1299. diatassó
Strong's Exhaustive Concordance
appoint, command, order, institute.

From dia and tasso; to arrange thoroughly, i.e. (specially) institute, prescribe, etc. -- appoint, command, give, (set in) order, ordain.

see GREEK dia

see GREEK tasso

Forms and Transliterations
διαταγεις διαταγείς διαταγεὶς διαταξαμενος διαταξάμενος διαταξάμενός διατάξεις διαταξομαι διατάξομαι διάταξον διατασσομαι διατάσσομαι διατασσων διατάσσων διαταχθεντα διαταχθέντα διατείνας διατενείς διατεταγμένα διατεταγμένοι διατεταγμενον διατεταγμένον διατεταγμενος διατεταγμένος διατεταγμένους διατεταμένων διατεταχεναι διατεταχέναι διεταξα διέταξα διεταξαμην διεταξάμην διέταξας διετάξατε διεταξατο διετάξατο διέταξε διεταξεν διέταξεν διέτειναν diatachthenta diatachthénta diatageis diatageìs diatassomai diatássomai diatasson diatassōn diatásson diatássōn diataxamenos diataxámenos diataxomai diatáxomai diatetachenai diatetachénai diatetagmenon diatetagménon diatetagmenos diatetagménos dietaxa diétaxa dietaxamen dietaxamēn dietaxámen dietaxámēn dietaxato dietáxato dietaxen diétaxen
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
Top of Page
Top of Page