1303. diatithémi
Strong's Exhaustive Concordance
appoint, make, testator.

Middle voice from dia and tithemi; to put apart, i.e. (figuratively) dispose (by assignment, compact, or bequest) -- appoint, make, testator.

see GREEK dia

see GREEK tithemi

Forms and Transliterations
διαθεμενος διαθέμενος διαθεμενου διαθεμένου διαθέσθαι διάθεσθε διαθήσεσθε διαθήσεται διαθήση διαθησομαι διαθήσομαι διαθησόμεθα διάθου διαθρέψαι διαθρέψεις διαθρέψω διαθώμεθα διαθώμεν διατιθεμαι διατίθεμαι διατιθέμεθα διατιθεμένους διατίθεται διατόνια διατορεύματα διατραφή διατραφήσεται διατρέφειν διατρέχουσαι διατριβαί διατριβαίς διατριβή διεθέμην διέθεντο διεθετο διέθετο διέθετό διέθου διέθρεψας διέθρεψε διέθρεψέ διέθρεψεν διέτιλε διετράπη διετράπην διέτρεφεν διέτρεχε διέτρεχον diathemenos diathémenos diathemenou diatheménou diathesomai diathēsomai diathḗsomai diatithemai diatíthemai dietheto diétheto diéthetó
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
1302
Top of Page
Top of Page