2875. koptó
Strong's Exhaustive Concordance
cut down, strike

A primary verb; to "chop"; specially, to beat the breast in grief -- cut down, lament, mourn, (be-)wail. Compare the base of tomoteros.

see GREEK tomoteros

Forms and Transliterations
εκκόψωμεν εκοπτον έκοπτον ἔκοπτον εκοπτοντο εκόπτοντο ἐκόπτοντο έκοψα έκοψαν εκόψαντο εκοψασθε εκόψασθε ἐκόψασθε εκόψατο έκοψε έκοψέ κεκομμένον κεκομμένω κοπής κοπήσονται κοπήτω κόπτειν κόπτεσθε κόπτετε κοπτόμενοι κόπτονται κ'οπτοντες κόπτοντες κόπτοντος κόπτουσι κόπτων κόπωσις κόψαι κοψαντες κόψαντες κόψασθαι κόψασθε κόψατε κοψάτωσάν κόψει κόψεις κόψεσθε κόψεται κόψη κόψησθε κόψομεν κοψονται κόψονται κόψονταί κόψωμεν κόψωσιν ekopsasthe ekópsasthe ekopton ékopton ekoptonto ekóptonto kopsantes kópsantes kopsontai kópsontai
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
2874
Top of Page
Top of Page