1291. diastelló
Thayer's Greek Lexicon
STRONGS NT 1291: διαστέλλω

διαστέλλω: to draw asunder, divide, distinguish, dispose, order, (Plato, Polybius, Diodorus, Strabo, Plutarch; often in the Sept.); passive τό διαστελλόμενον, the injunction: Hebrews 12:20 (2 Macc. 14:28). Middle, (present διαστέλλομαι); imperfect διεστελλομην; 1 aorist διεστειλαμην; to open oneself, i. e. one's mind, to set forth distinctly, (Aristotle, Polybius); hence, in the N. T. (so Ezekiel 3:18, 19; Judith 11:12) to admonish, order, charge: τίνι, Mark 8:15; Acts 15:24; followed by (ἵνα (cf. Buttmann, 237 (204)), Matthew 16:20 R T Tr WH marginal reading; Mark 7:36; Mark 9:9; διεστείλατο πολλά, ἵνα etc. Mark 5:43.

Forms and Transliterations
διασταλήσεται διασταλήσονται διαστάλητε διαστείλαι διαστείλας διαστείλασθαι διαστείλη διάστειλον διαστελεί διαστελείς διαστελείτε διαστέλλειν διαστελλομενον διαστελλόμενον διαστέλλουσα διαστελούσιν διαστελώ διεστάλη διεστάλησαν διεσταλμένα διεσταλμένον διέστειλα διεστειλαμεθα διεστειλάμεθα διεστείλαμεθα διέστειλαν διέστειλας διεστειλατο διεστείλατο διέστειλε διέστειλεν διεστείλω διεστελλετο διεστέλλετο diastellomenon diastellómenon diesteilametha diesteilámetha diesteilato diesteílato diestelleto diestélleto
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
Top of Page
Top of Page